Έρημη Χώρα Τ.Σ Ελιοτ

Posted on Updated on

Έρημη Χώρα Τ.Σ Ελιοτ
Μετάφραση Γ. Σεφέρης

Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis
vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:
Σίβυλλα, τι θέλεις; Respondebat illa: αποθανείν θέλω.

A΄. Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch KindWo weilest du?
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν h γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
http://www.24grammata.com
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, – mon frère ! »

 

http://www.bartleby.com/201/1.html

http://modernism.research.yale.edu/…/ind…/The_Waste_Land

http://www.english.illinois.edu/…/a_f/eliot/wasteland.htm

http://www.britannica.com/…/The-Waste-Land-and-criticism

 

11096671_1065557483458693_4453505221237706556_n

 

 

 

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Posted on Updated on

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΣΤΡΑΤΗΣ

“Η μόνη ξιφολόγχη μου
ήταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.”

Άρης Αλεξάνδρου Ποιητική

ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ἐὸν καὶ ἄπορον.

Ηρακλειτος Ὁ Λόγος καὶ τὸ Ἕν 18.
[Αν δεν ελπίζεις, δε θα βρεις το ανέλπιστο, που είναι ανεξερεύνητο και
απλησίαστο.]

…τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ’ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον…
Θουκυδίδης επιτάφιος

«Οι ποιητές είναι οι ιεροφάντες της ακατάληπτης έμπνευσης; οι καθρέφτες των γιγαντικών σκιών που η μελλοντικότητα ρίχνει επάνω στο παρόν ; οι λέξεις που εκφράζουν αυτό που δεν κατανοούν ; Οι σάλπιγγες που στη μάχη καλούν, και που δε νιώθουν κείνο που εμπνέουν; Η επιρροή που δεν κινείται, αλλά κινεί; Οι ποιητές είναι οι αφανείς νομοθέτες του κόσμου.»
«Poets are the unacknowledged legislators of the world.»
P.B.Shelley A defense of Poetry

Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου, διατυπώνει ο Wittgenstein στο περίφημο σώμα Λογικό φιλοσοφικόν,

Tractatus Logico-Philosophicus , “The limits of my language are the limits of my world” (“Die grenzen meiner sprache sind die grenzen meiner welt” section 5.6

H ποίηση, και οι ποιητές της, ισχυρίζομαι επαναδιατυπώνοντας το θεώρημα του Wittgenstein, ότι στον ιδιωτικό χρόνο διαμορφώνουν τον γλωσσικό μας ορίζοντα, διαμορφώνοντας συνεπώς τον βιωματικό μας ορίζοντα, τον κόσμο.

Ενώ στον κοινωνικό χρόνο η ποίηση διαμορφώνει δυνητικά τον ηθικό ορίζοντα, την Ιστορία.

Λέει Ο Wittgenstein κάπου αλλού ότι η ηθική και η αισθητική είναι ένα.

Αυτή η καθημερινή επιμονή να καθορίσουμε σε μια έντονα βουλητική προσπάθεια την αισθητική της κάθε μέρας, είναι το βιωματικό και ηθικό πεδίο μας.

Η πέραν της συνθήκης «ανόητη» πίστη στη διατύπωση του γλωσσικού μας ορίζοντα, ενός νέου οραματικού ηθικού ορίζοντα.

Πιστεύω σε μια ηθική και αισθητική ουτοπία της Ποίησης και της Τέχνης, η γλώσσα της οποίας είναι διαμορφωμένη στα μεγαλύτερα του ανθρώπου έργα, και την οποία έχω την ρομαντική αγωνία να ανασυνθέσω εντός και εκτός μου.

Η δράση μας ήθελε διαμορφώσει έναν ποιητικό επαναστατικό ουμανισμό.
Ένα κόσμο δυνητικών γεγονότων ένα κόσμο υπό την εποπτεία των στίχων

Και ορίζω το φαινόμενο αυτό με αυτούς τους στίχους

Ποιητική

1
Αξίζει δεν αξίζει
στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γίνανε ακόμα
προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου
που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες
επικυρώνοντας με φως
τις εκτελέσεις

2
Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ’ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

3
Η μόνη ξιφολόγχη μου
ήταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.
Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ
στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα
ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου
και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε μ’ έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951

Aπό τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952)

Αναζητώ μια προλεταριακή ηθική και αισθητική που μπορεί άριστα να περιγραφεί στο παρακάτω:

“Η ευγένειά τους είναι προλεταριακή. Η αξιοπρέπειά τους, ανθρώπων που δεν παραδόθηκαν ποτέ. Δε χρωστούν ευγνωμοσύνη σε κανένα. Κανένας δεν τους προώθησε. Δεν πήραν τίποτε, δεν ξεκοκάλισαν υποτροφίες. Η καλοπέραση δεν τους ενδιαφέρει. Δεν αγοράζονται. Η συνείδηση τους είναι εντάξει.Δεν είναι τίποτα τσακισμένοι τύποι. Η φυσική τους κατάσταση είναι άριστη. Δεν έχουν τρελαθεί,δεν είναι νευρωτικοί, δε χρειάζονται ναρκωτικά. Δε μοιρολογούν. Δε μετανιώνουν. Οι ήττες τους δεν τους απογοήτευσαν. Ξέρουν ότι έκαναν λάθη, αλλά δεν παίρνουν τίποτε πίσω.”

Hans Magnus Enzensberger – «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας»

Έχω την άποψη ότι οι έννοιες Ηθικός, Αισθητικός, Πολιτικός στην βάση τους ταυτίζονται, όλες μας οι πράξεις που βγαίνουν από το στενό πεδίο του Εγώ μας είναι πολιτικές πράξεις.

Στη μεγάλη εννοιολογική περιπέτεια του Πνεύματος σημασία έχει μόνον η “ηθική” κατάκτηση της Αλήθειας και η διαρκής στοχαστική και εσωτερικά “συνεπής” βιωματική αναζήτηση της κατάκτησής της.

H γνώση διαβρώνει το κακό, είναι τελεολογικά αγαθή.

Τέχνη είναι μια ταλάντωση εσωτερικής αληθείας με αφελή ρομαντικό στόχο το διηνεκές της ανθρωπότητας.

Διαβάζω ποίηση για να νικήσω το Θάνατο

Χρειαζόμαστε ανόητους ποιητές νομοθέτες να εμπνεύσουν μια μεταρρύθμιση τόσο ριζική όσο τα μεγάλα μας παγκόσμια κείμενα, για να ταυτίσουμε την ιδέα με το βίωμα δίχως φειδώ

Τα χρυσά δίχτυα ενός ασχημάτιστου ακόμη ισχυρού όμως και υπέροχα αληθούς Οραματισμού μας ωθούν, προς μιαν αδιευκρίνιστη Ωραία αισθητική και ηθική συνισταμένη.

«Φιλοδοξούμε» σε ένα περιοδικό Ποίησης και Τεχνών με Ηθική Αισθητική και Πολιτική ταυτότητα τον «Ποιητικό Επαναστατικό Ρομαντισμό» όπως παραπάνω τον ορίσαμε.

« Cet été les roses sont bleues; le bois c’est du verre. La terre
drapée dans sa verdure me fait aussi peu d’effet qu’un
revenant. C’est vivre et cesser de vivre qui sont des solutions imaginaires. L’existence est ailleurs. »

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ( ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ)

Η συγκέντρωση των παραμέτρων και των κατευθυντήριων γραμμών μέσα από ένα ευρύ φάσμα, ποίησης, λογοτεχνίας, φιλοσοφίας κλπ, μπορεί να αποτελέσει μαγιά για το ιδεολογικό οπλοστάσιο της προσπάθειάς μας. Φυσικά και δεν πρέπει να παραμείνουμε εκεί, αλλά η επεξεργασία και η επαναδιατύπωση των «προτάσεων» μοιραία καλείται να συμβεί, στα πλαίσια μιας «νέας» γνωσιολογικής θεωρίας στην οποία δεν δύναται ο καθείς μας να συμμετέχει, με επιστημονικά εργαλεία. Δεν είμαστε όλοι φιλόσοφοι, ούτε γράφουμε ποίηση υπό το πρίσμα της αυτής αισθητικής, όλοι. Έχουμε μια βάση όπου συμφωνούμε οι περισσότεροι (αυτή του ποιητικού ουμανισμού, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα) έχουμε μια αριστερής προέλευσης «προλεταριακή» αισθητική -τουλάχιστον στις προθέσεις- (όμως και πάλι τι μπορεί να σημαίνει αυτό σήμερα, για τον αναγνώστη που αναζητά από την κίνησή μας μια ταυτότητα αισθητική και μια αλήθεια που μετουσιώνεται σε βίωμα και καθημερινότητα;) έχουμε έναν «ορισμένο» κόσμο ποίησης και δράσης στα λόγια μας που ορίζουν τον κόσμο μας κατά Wittgenstein, αλλά δεν έχουμε τόση ανάγκη θεωρητικοποίησης του ποιητικού γίγνεσθαι για να μεταλάβουμε (να κοινωνήσουμε) την ποιητική πράξη. Τουλάχιστον δεν έχουμε ισοδύναμη ανάγκη να παράξουμε ιδεολογικά εργαλεία επανάστασης, όσο έχουμε ανάγκη την ίδια την -έν των γεννάσθαι- επανάσταση. Η ίδια η ποίηση θα το κάνει αυτό ευκολότερα. Η ίδια η ποίηση είναι από σύννεφα αλλά και από χώμα. Όπως και η δυναμική πεμπτουσία μας δεν αρκεί να μας απαλλάξει από το βάρος της θνητότητας (που όμως αυτή η ίδια η σύλληψη του πεπερασμένου και αυτός ο ίδιος ο φόβος του φθαρτού, είναι η ευλογία μας και η ομορφιά μας) Τελειώνω παραθέτοντας τον Αλεξανδρινό, διότι λέει αυτό που θέλω να πω, πολύ καλύτερα (μην παραθέσω κανένα Βουτσινά με τη μάνα του που έπλενε σκάλες, που είναι το ίδιο).

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και της Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ’ η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Αλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ΄ επεμβαίνει.

Κ.Π. Καβάφη, Διακοπή (1901)

ΣΟΦΙΑ ( ΠΕΡΔΙΚΗ )

«Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ’ τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ’ τους…»

Οι στίχοι αυτοί του Κακναβάτου αποτυπώνουν την αίσθησή μου για την ανάγκη που έχουμε να διαποτίσουμε την πραγματικότητα με την αλήθεια που αποκαλύπτεται μέσα από το ποιητικό φαινόμενο.
Την ανάγκη που έχουμε δηλαδή ν’ ακούσουμε, να γράψουμε ποίηση, να διαβάσουμε κείμενα – σ’ ένα περιοδικό εν προκειμένω – τέτοια που να είναι ικανά την Ηθική και την Αισθητική, που είναι ένα, να τη μετατρέπουν σε καθημερινό βίωμα, κείμενα που να δημιουργούν τη φυσική ταραχή για την οποία μιλούσε ο Μπρετόν στον Τρελό Έρωτα, κείμενα που αυτόματα παράγουν «μια ριπή ανέμου στους κροτάφους».

Δύσκολο, ουτοπικό το εγχείρημα; Ίσως. Πράγματι όμως σήμερα, σε μια εποχή με πλεόνασμα κυνισμού, χρειαζόμαστε ποιητές, «ανόητους νομοθέτες του κόσμου». Έχουμε ανάγκη να βγούμε έξω από το Εγώ και να οραματιστούμε έναν άλλο κόσμο. Οι επαναστάσεις βέβαια γίνονται από την κοινωνία, από τον κόσμο της εργασίας, από τις συλλογικότητές τους. Συμφωνώ με την προτροπή οι καλλιτέχνες να συντάσσονται με τις συλλογικότητες αυτές και να παλεύουν μαζί τους. Αυτό όμως είναι άλλης τάξης φαινόμενο, που μακάρι να επηρεάζει το ποιητικό αποτέλεσμα και να υπάρχει διεπίδραση της κοινωνικής δράσης με την ποιητική παραγωγή.
Είναι άλλο ζήτημα το αν θα λειτουργήσει επαναστατικά η φωνή του ποιητή και θα συνεγείρει τις κοινωνίες προς την επαναστατική δράση…

«Όλα κυοφορούνται μες στη γλώσσα», όπως λέει και ο Wittgenstein.

Τι κυοφορείται όμως και ποια η δυναμική του είναι δύσκολο να απαντηθεί συνήθως σε ενεστώτα χρόνο. Η προσπάθεια να εκφραστούμε, που προκύπτει ως προσωπική ανάγκη του καθενός και η συλλογική προσπάθεια να κατακτήσουμε έναν χώρο έμπνευσης με υψηλά αισθητικά και ηθικά κριτήρια αξίζει ανεξάρτητα από το άμεσο αποτέλεσμά της. «Αξίζει δεν αξίζει, στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γίνανε ακόμα», όπως έλεγε ο Αλεξάνδρου στην Ποιητική του από τον τόπο εξορίας του. Ή όπως ο Σεφέρης συνοψίζει παρακάτω: «Ο ποιητής δεν έχει άλλο τρόπο να υπηρετήσει την αλήθεια παρά προσπαθώντας να εκφράσει τη δική του αλήθεια, αλήθεια μιας εποχής, που δεν αποκλείεται να είναι και κομμάτι της αλήθειας άλλων εποχών, αν έχει την τύχη να είναι μεγάλος».

ΚΑΡΟΛΟΣ

Ἡ κούνια μου ἀκουμποῦσε στὴ βιβλιοθήκη, Βαβὴλ σκοτεινόν, ὅπου μυθιστόρημα, ἐπιστήμη, μυθολογία, τὰ πάντα, ἡ λατινικὴ τέφρα καὶ ἡ ἑλληνικὴ σκόνη, ἀνακατευόσαντε. Δὲν ἤμουν μεγαλύτερος ἀπὸ ἕνα βιβλίο.

Δυὸ φωνὲς μοῦ μιλοῦσαν. Ἡ πρώτη, ὕπουλη καὶ σταθερή, ἔλεγε: «Ἡ Γῆ εἶναι ἕνα γλύκισμα ὡραῖο· μπορῶ (καὶ ἡ εὐχαρίστησή σου θά ῾ναι τότε χωρὶς τέλος!) νὰ σοῦ δώσω μίαν ὄρεξη παρόμοια μεγάλη». Καὶ ἡ δεύτερη: «Ἔλα! ὤ, ἔλα στὸ ταξίδι τῶν ὀνείρων, πέρα ἀπὸ τὸ δυνατό, πέρα ἀπὸ τὸ γνωρισμένο!».Καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἐτραγουδοῦσε ὅπως ὁ ἄνεμος στὶς ἀκρογιαλιές, φάντασμα ποὺ κλαυθμυρίζει καὶ κανεὶς δὲν ξέρει πούθε ἦρθε, ποὺ χαϊδεύει τὸ αὐτὶ κι ὅμως τρομάζει. Σοῦ ἀπάντησα: «Ναί! γλυκιὰ φωνή!».

Ἀπὸ τότε κρατάει αὐτὸ ποὺ μπορεῖ, ἀλίμονο! νὰ εἰπωθεῖ πληγή μου καὶ πεπρωμένο μου. Πίσω ἀπὸ τὶς σκηνοθεσίες τῆς ἀπεράντου ὑπάρξεως, στὸ μελανότερο τῆς ἀβύσσου, βλέπω καθαρὰ κόσμους παράξενους, καί, θῦμα ἐκστατικὸ τῆς ὀξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια ποὺ μοῦ δαγκάνουν τὰ πόδια. Κι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀγαπῶ τόσο τρυφερά, καθὼς οἱ προφῆτες, τὴν ἔρημο καὶ τὴ θάλασσα, γελῶ στὰ πένθη κλαίω στὶς γιορτές, βρίσκω μία γεύση γλυκιὰ στὸ πικρὸ κρασί, νομίζω πολλὲς φορὲς γιὰ ψέματα τὶς ἀλήθειες, καί, μὲ τὰ μάτια στὸν οὐρανό, πέφτω σὲ γκρεμούς.

Ἀλλὰ ἡ Φωνὴ μὲ παρηγορεῖ καὶ λέει: «Κράτησε τὰ ὄνειρά σου· οἱ συνετοὶ δὲν ἔχουν ἔτσι ὡραῖα σὰν τοὺς τρελούς!»

CHARLES BAUDELAIRE La Voix (Μετάφραση Κώστα Καρυωτάκη στα Νηπενθή)